καταπατητής — masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καταπατητής — ο (AM καταπατητής) [καταπατώ] νεοελλ. 1. αυτός που καταλαμβάνει αυθαίρετα ξένη ιδιοκτησία, ο σφετεριστής 2. αυτός που αθετεί υπόσχεση που έδωσε μσν. κλέφτης μσν. αρχ. ανιχνευτής, κατάσκοπος, καταδότης («μὲ πονηρίαν ἀπέστειλεν τοὺς καταπατητάδες… … Dictionary of Greek
καταπατητάς — καταπατητά̱ς , καταπατητής masc acc pl καταπατητά̱ς , καταπατητής masc nom sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροριστής — ὁ, Α [παρορίζω] καταπατητής, σφετεριστής … Dictionary of Greek
καταπατητέα — καταπατητέος to be trampled down neut nom/voc/acc pl καταπατητέᾱ , καταπατητέος to be trampled down fem nom/voc/acc dual καταπατητέᾱ , καταπατητέος to be trampled down fem nom/voc sg (attic doric aeolic) καταπατητής masc acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)